Πατήστε το πλήκτρο "Enter" για να μεταβείτε στο περιεχόμενο

Υπόδειγμα μήνυσης κατά αστυνομικών για μη σύλληψη

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ _____________

ΕΓΚΛΗΣΗ

Αρ. Πρωτοκόλλου: __________________

Ημερομηνία: ____ / ____ /20____

ΤOY / ΤΗΣ
Όνομα: ____________________________
Επώνυμο: _________________________
Όνομα Πατρός: _____________________
Κάτοικος: __________________________
Οδός: ____________________ Αρ.: ____
Α.Δ.Τ. _____________________________
Τηλέφωνο: _________________________
E-Mail: ___________________________

ΚΑΤΑ
Όνομα: ____________________________
Επώνυμο: _________________________
Όνομα Πατρός: _____________________
Οδός: ____________________ Αρ.: ____
Α.Δ.Τ. _____________________________

Όνομα: ____________________________
Επώνυμο: _________________________
Όνομα Πατρός: _____________________
Οδός: ____________________ Αρ.: ____
Α.Δ.Τ. _____________________________


Αξιότιμε κ. Εισαγγελέα

Θέτω υπ’ όψιν Σας την παρακάτω αναλυτικώς
περιγραφόμενη παραβατική συμπεριφορά των
άνω εγκαλουμένων απέναντί μου (συνιστάμενη
στην διάπραξη, κυρίως, των εγκλημάτων της
Παραβίασης του Συντάγματος και του
Ενωσιακού Δικαίου, της Κατάχρησης Εξουσίας
και της Σύστασης Εγκληματικής και
Τρομοκρατικής Οργάνωσης και ζητώ την
άσκηση ποινικής διώξεως εναντίον τους και την
κατά νόμον τιμωρία τους.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Την _____ / _____ / 20____ και ώρα ____________, _______________________________________________________ ____________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________ 0ι άνω εγκαλούμενοι, όντες εν ώρα υπηρεσίας, δεν προέβησαν σε σύλληψη των δραστών, μολονότι γνώριζαν άριστα, ως εκ της ιδιότητάς τους, ότι είναι υποχρεωμένοι από τους νόμους (Ν. 4249/2014, Π.Δ. 141/1991, Κ.Π.Δ., Π.Κ. άρθρο 21, Π.Δ. 254/2008 άρθρο 2 § γ, δ, στ , άρθρο 3 § θ, Νόμο 3528/2007 άρθρο 25) και κυρίωςαπό το Σύνταγμα (άρθρα 4, 6, 25, 120) και από τις Διεθνείς Συνθήκες και Συμβάσεις και το Ενωσιακό Δίκαιο (Δωδέκατο Πρωτόκολλο της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου άρθρο 7, Ενοποιημένη Απόδοση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης άρθρο 6, Εγκύκλιο Α.Π. 9/2021) να το πράξουν παραβιάζοντας καταφανώς θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις, καθώς και τα έννομα αγαθά που το Ποινικό Δίκαιο προστατεύει όπως η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η τιμή, η ελευθερία, η δημόσια τάξη, το ελληνικό πολίτευμα, η απονομή της δικαιοσύνης, η ακεραιότητα των δημοσίων υπηρεσιών, και των ατομικών ελευθεριών.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Η αποστολή της αστυνομίας είναι η καταστολή του εγκλήματος και η προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος ώστε να μπορεί ο πολίτης να ζει ελεύθερα υπό την προστασία των νόμων που υπαγορεύονται από το Σύνταγμα και μόνο (άρθρο 120 § 2 Σ).

1. β. την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στο πλαίσιο της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας,

(Άρθρο 11 § 1 §§ β – Νόμος 4249/2014)

Όταν διαπράττονται εγκλήματα η αστυνομία είναι υπεύθυνη να επέμβει για να καταστείλει το έγκλημα και να συλλάβει τον δράστη. Η επέμβασή της αυτή ΔΕΝ μπορεί να γίνει με όποιο τρόπο θέλει το κάθε όργανο ή ο κάθε υπεύθυνος αλλά ΜΟΝΟ σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ο δράστης θα πρέπει να παραδοθεί ΜΟΝΟ στην αρμόδια Δικαστική Αρχή και ΠΟΥΘΕΝΑ αλλού.

1 .Σε περίπτωση διάπραξης οποιουδήποτε εγκλήματος, η Ελληνική Αστυνομία οφείλει να επαναλαμβάνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τη βεβαίωσή του, τη συλλογή των αποδείξεων και πειστηρίων, την αναζήτηση και σύλληψη του δράστη και την παράδοσή του στην αρμόδια δικαστική αρχή.

(Άρθρο 95 – Π.Δ. 141/1991)

Η επέμβαση της αστυνομίας γίνεται άμεσα για να προληφθεί (αν είναι δυνατόν) το έγκλημα και για να συλληφθεί ο δράστης ώστε να οδηγηθεί ΑΜΕΣΑ στον Εισαγγελέα χωρίς καμία εξαίρεση και χωρίς δυνατότητα επιλογής από το αστυνομικό όργανο, αλλά ΟΥΤΕ και παρέμβασης από άλλη αρχή αφού όπως και ο ίδιος ο νόμος αναφέρει ότι πρέπει να τηρηθούν οι διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 6) που ΔΕΝ προβλέπουν καμία εξαίρεση.

1. Προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι του άρθρου 31, καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα, να συλλάβουν το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 του κώδικα για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα.

(Άρθρο 275 – Κώδικας Ποινικής Δικονομίας)

Οι αστυνομικοί έχουν την υποχρέωση να οδηγήσουν τον συλληφθέντα αμέσως και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση στον Εισαγγελέα και ΜΟΝΟ στον Εισαγγελέα ο οποίος θα τον παραπέμψει στον ανακριτή. Δεν υπάρχει καμία εξαίρεση στο νόμο που να δίνει τη δυνατότητα στο αστυνομικό όργανο να μεταφέρει το συλληφθέντα στο αστυνομικό τμήμα, να τον πάει για καφέ ή να του κάνει ξενάγηση στην περιοχή.

1. Ο συλλαμβανόμενος επ’ αυτοφώρω ή με ένταλμα οδηγείται χωρίς αναβολή στον αρμόδιο εισαγγελέα, το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από τη σύλληψή του και, αν η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του, στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για την μεταφορά του. Αν πρόκειται για κακούργημα ή αν η σύλληψη έγινε με ένταλμα του ανακριτή, ο εισαγγελέας παραπέμπει στον ανακριτή εκείνον που έχει συλληφθεί και αν πρόκειται για πλημμέλημα, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43, 51, 246 παρ. 2β και 417

(Άρθρο 279 – Κώδικας Ποινικής Δικονομίας)

Η υποχρέωση να συλληφθεί ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ και ΧΩΡΙΣ εξαιρέσεις ο δράστης των αυτοφόρων εγκλημάτων πηγάζει από το ίδιο το Σύνταγμα και επειδή τα άρθρα του Συντάγματος περιορίζονται ΜΟΝΟ από το ίδιο το Σύνταγμα, ΔΕΝ μπορεί να υπάρξει εντολή, αρχή, νόμος, διάταξη κλπ που να θέτει εξαιρέσεις δηλαδή να μη συλληφθεί κάποιος ενώ διέπραξε αυτόφωτο έγκλημα.

1. Kανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η προφυλάκιση. Eξαιρούνται τα αυτόφωρα εγκλήματα.

(Άρθρο 6 § 1 – Σύνταγμα της Ελλάδος)

Μάλιστα ΔΕΝ υπάρχει καμία εξαίρεση ΟΥΤΕ για τους βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου που ενώ το Σύνταγμα τους παρέχει ασυλία στα πολιτικά εγκλήματα, εν τούτοις στα αυτόφωρα κακουργήματα αναφέρει κατηγορηματικά ότι ΠΡΕΠΕΙ να συλληφθούν όπως και οι άλλοι πολίτες. Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Η σχετική άδεια δίδεται από τη Βουλή υποχρεωτικά εφόσον η αίτηση της εισαγγελικής αρχής αφορά αδίκημα το οποίο δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων ή την πολιτική δραστηριότητα του βουλευτή. Η Βουλή, με ευθύνη του Προέδρου της, αποφαίνεται υποχρεωτικά σχετικά με το αίτημα μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα.

(Άρθρο 62 – Σύνταγμα της Ελλάδος)

Στην ίδια γραμμή κινείται και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όπου αναφέρεται ρητά ότι όταν υπάρχουν υπόνοιες διάπραξης αδικήματος ή πρέπει να εμποδιστεί η διάπραξη αδικήματος, ο δράστης ΠΡΕΠΕΙ να συλληφθεί και να οδηγηθεί τάχιστα ενώπιον δικαστού και ΠΟΥΘΕΝΑ αλλού.

  • 1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερία και την ασφάλειαν. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθεί της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν:
  • γ. εάν συνελήφθη και κρατείται όπως οδηγηθεί ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής εις την περίπτωσιν ευλόγου υπονοίας ότι διέπραξεν αδίκημα, ή υπάρχουν λογικά δεδομένα προς παραδοχή της ανάγκης όπως ούτος εμποδισθεί από του να διαπράξει αδίκημα ή δραπετεύσει μετά την διάπραξη τούτου..
  • 3. Παν πρόσωπον συλληφθέν ή κρατηθέν, υπό τας προβλεπομένας εν παραγράφω 1γ του παρόντος άρθρου συνθήκας οφείλει να παραπεμφθεί συντόμως ενώπιον δικαστού ή ετέρου δικαστικού λειτουργού νομίμως εντεταλμένου όπως εκτελεί δικαστικά καθήκοντα, έχει δε το δικαίωμα να δικασθεί εντός λογικής προθεσμίας ή απολυθή κατά την διαδικασίαν. Η απόλυσις δύναται να εξαρτηθεί από εγγύηση εξασφαλίζουσαν την παράστασιν του ενδιαφερομένου εις την δικάσιμον.

(Άρθρο 5 § 1 § § γ και § 3 – Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)

Αυτά τα δύο άρθρα του Συντάγματος και οι Διεθνείς Συνθήκες και Συμβάσεις στην ουσία επικυρώνουν την ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου και την ισότητα στα δικαιώματα τους ΧΩΡΙΣ εξαιρέσεις αφού ΠΟΥΘΕΝΑ δεν αναφέρεται κάποια και ΧΩΡΙΣ διαχωρισμό τους σε πατρίκιους και πληβείους

  • 1. Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
  • 2. Oι Έλληνες και οι Eλληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

(Άρθρο 4 § 1 & 2 – Σύνταγμα της Ελλάδος)

Και φυσικά ακόμα και στις Διεθνείς Συνθήκες και Συμβάσεις καθώς και στο Ενωσιακό Δίκαιο τονίζεται η ισότητα μεταξύ των πολιτών και το δικαίωμα της ίσης προστασίας από το νόμο ΧΩΡΙΣ εξαιρέσεις.Λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη αρχή σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και δικαιούνται ίσης προστασίας από τον νόμο. (Δωδέκατο Πρωτόκολλο της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών)

7. Όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και έχουν εξίσου δικαίωμα στην προστασία του νόμου, χωρίς καμιά απολύτως διάκριση. Όλοι δικαιούνται να προστατευτούν από διακρίσεις που παραβιάζουν την παρούσα Διακήρυξη αλλά και από προκλήσεις τέτοιων διακρίσεων..

(Άρθρο 7 – Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου)

Τα δικαιώματα αυτά είναι υποχρεωμένα να τα προστατεύουν ΟΛΑ τα όργανα του κράτους ΧΩΡΙΣ εξαιρέσεις. Πάλι το Σύνταγμα το ίδιο επιβεβαιώνει ότι εξαιρέσεις μπορούν να υπάρξουν ΜΟΝΟ από το ίδιο το Σύνταγμα και ΠΑΝΤΑ τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας

1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Oι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο (που συμφωνεί με αυτό όπως σαφέστατα αναφέρεται στα άρθρα 120Σ , 87Σ και 93Σ ), εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

(Άρθρο 25 § 1 – Σύνταγμα της Ελλάδος)

Τα δικαιώματα αυτά προστατεύονται και από το Ενωσιακό Δίκαιο αφού αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του και ΥΠΕΡΙΣΧΥΟΥΝ κάθε άλλου νόμου ή άλλης διάταξης ή εντολής με αντίθετο περιεχόμενο καθιστώντας τον ΠΑΡΑΝΟΜΟ και προδήλως ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ δηλαδή ΑΚΥΡΟ και ως εκ τούτου ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟ.

  • 1. Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες.
  • 3. Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης

(Άρθρο 6 § 1 και § 3 – Ενοποιημένη Απόδοση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης)

Τέλος ούτε ο Εισαγγελέας έχει αρμοδιότητα να επέμβει στις διαδικασίες σύλληψης, σύμφωνα και με τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και συνεπώς οποιαδήποτε επέμβασή του συνιστά όχι μόνο πειθαρχικό παράπτωμα αλλά και ποινικό αδίκημα αφού παραβιάζει κατάφορα το Σύνταγμα και τα Θεμελιώδη Ανθρώπινα Δικαιώματα.

1. Στην αρμοδιότητα του εισαγγελέα υπάγεται: α. η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, β. η άσκηση της ποινικής δίωξης, γ. η διεύθυνση της προανάκρισης, δ. Η εποπτεία και ο έλεγχος των αστυνομικών αρχών αναφορικά με την πρόληψη και τη δίωξη των εγκλημάτων, ε. η υποβολή προτάσεων στα δικαστικά συμβούλια και τα δικαστήρια, στ. η άσκηση των ένδικων μέσων, ζ. η εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων και η παροχή συνδρομής για την εκτέλεση εκτελεστών τίτλων, η. η εποπτεία και ο έλεγχος των σωφρονιστικών καταστημάτων, θ. ο έλεγχος των δημόσιων κατηγόρων, των συμβολαιογράφων, των φυλάκων μεταγραφών, υποθηκών, νηολογίων, κτηματολογίων, υποθηκολογίων πλοίων και αεροσκαφών, των ληξιάρχων και των υπαλλήλων, επιμελητών και άμισθων δικαστικών επιμελητών, ι. ό,τι άλλο ο νόμος ορίζει.

(Άρθρο 25 – Νόμος 1756/1988)

Όλα τα παραπάνω έρχεται να τα επιβεβαιώσει για ακόμη μία φορά και ο Άρειος Πάγος με σχετική εγκύκλιο όπου ρητά αναφέρει ότι οι διατάξεις του Κ.Π.Δ. αποτελούν εκτελεστικές του Συντάγματος και του Ενωσιακού Δικαίου και άρα ΔΕΝ μπορούν να καταστούν ανενεργές, είτε από πρόσωπα είτε από νόμους που είναι αντίθετοι στο Σύνταγμα και το Ενωσιακό Δίκαιο.

ΙΙ. Οι διατάξεις του ΚΠΔ περί της (ταχείας) προσαγωγής του ενώπιον του Εισαγγελέα ή του Ανακριτή, δηλαδή τα άρθρα 275, 276, 279 417-419 ΚΠΔ, ισχύουν και είναι εφαρμοστέα. Τα οριζόμενα στις ΚΥΑ δεν καθιστούν ανενεργείς τις ρυθμίσεις του ΚΠΔ, οι οποίες, άλλωστε, αποτελούν ‘’εκτελεστικές’’ του άρθρου 6 του Συντάγματος διατάξεις και συμπλέουν με το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ.

(ΙΙ – Εγκύκλιος Α.Π. 9/2021 – Αρ. Πρωτ. 7947)

Ως υπάλληλοι του κράτους έχετε την υποχρέωση να υπακούτε ΠΡΩΤΑ στο Σύνταγμα στο οποίο ορκιστήκατε πίστη και κατόπιν στο Ενωσιακό Δίκαιο αγνοώντας τους νόμους και τις εντολές οι οποίες είναι αντίθετες προς αυτά όπως ρητά αναφέρεται και στο Σύνταγμα και στον Ποινικό Κώδικα και στον Δημοσιϋπαλληλικό Κώδικα.

1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα.

(Άρθρο 103 § 1 του Συντάγματος)

2. O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.

(Άρθρο 120 § 2 του Συντάγματος)

2. Η διάταξη δεν εφαρμόζεται αν η προσταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη

(Άρθρο 21 § 2 του Ποινικού Κώδικα)

3. Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή……

(Άρθρο 25 § 3 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα)

4. Tα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

(Άρθρο 93 § 4 του Συντάγματος)

1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

(Άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος)

Διότι το Σύνταγμα και ο Ποινικός Κώδικας απευθύνεται σε ΟΛΟΥΣ τους Έλληνες που έχουν ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να γνωρίζουν τους νόμους (άγνοια νόμου δεν νοείται) και ο Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας απευθύνεται προς όλους τους Δημοσίους Υπαλλήλους που επίσης έχουν την ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ να τον γνωρίζουν. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή τη νομοθεσία ο ΚΑΘΕ πολίτης και πολύ περισσότερο ο δημόσιος υπάλληλος πρέπει να κρίνει τις εντολές του όπως ορίζει και ο ίδιος ο Δημοσιοϋπαλληλικός Κώδικας στο άρθρο 25 και ακόμα περισσότερο ο δικαστής στον οποίο η πολιτεία, μέσω του συνταγματικού νομοθέτη, ανάθεσε και τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων στο άρθρο 93 § 4 του Συντάγματος. το λογικότερον, των απλούστερον και χρησιμότερον πάντων είναι η προκειμένη αρμοδιότης να ανήκη εις πάντα τα δικαστήρια της χώρας, ιδίως διότι θα εξασφαλίση εις πάντα διάδικον πολίτην την ευχέρειαν να υπερασπισθή εννόμως στο Σύνταγμα∙ ο δε αποκλεισμός της ευχερείας ταύτης ‘ανοίγει μίαν των θυρών δι’ων εισέρχεται εις τα Κράτη η απολυταρχία’ (Gneist). Επομένως, μία των εγγυήσεων της Δημοκρατίας είναι και αυτή (Α. Ι.Σβώλου, Η έρευνα της συνταγματικότητας των νόμων υπό των δικαστηρίων) Η ευθύνη της εκτέλεσης της παράνομης πράξης βαρύνει ΠΡΩΤΑ αυτόν που την τέλεσε (η δικαιολογία ότι εκτελούσα εντολές δεν έπιασε ΟΥΤΕ στον οδηγό του άρματος που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, ΟΥΤΕ στους αστυνομικούς που πυροβόλησαν πολίτες εκείνη την ημέρα, ΟΥΤΕ στους Ναζί κατά τη δίκη της Νυρεμβέργης).

1. Ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών.

(Άρθρο 25 § 1 του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα)

  • 1. Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε, η οποία τιμωρείται από τον νόμο.
  • 2. Στις διατάξεις των ποινικών νόμων ο όρος πράξη περιλαμβάνει και τις παραλείψεις.

(Άρθρο 14 § 1 και § 2 του Ποινικού Κώδικα)

Πολύ μεγαλύτερη ευθύνη υπάρχει για τα αστυνομικά όργανα που λόγω της ιδιότητάς τους θα έπρεπε να έχουν βαθύτερη γνώση της κείμενης νομοθεσίας και συναίσθηση του καθήκοντος τους στο να εφαρμόζουν το νόμο χωρίς εξαιρέσεις ή να υποκύπτουν σε εκβιασμούς ανωτέρων ή άλλων συμφερόντων και να μένουν πιστά στο Σύνταγμα και στο δημοκρατικό πολίτευμα. Η οποιαδήποτε απόκλιση από αυτές τις αρχές συνιστά διαφθορά χαρακτήρα και η επίκληση διαταγών δεν τα απαλλάσσει των ευθυνών τους όπως ρητά αναφέρεται και στον Κώδικα Δεοντολογίας του Αστυνομικού

  • 1. α. Υπηρετεί τον Ελληνικό Λαό και εκτελεί τα καθήκοντά του, όπως ορίζουν το Σύνταγμα και οι νόμοι. (που πρέπει να συμφωνούν με το Σύνταγμα όπως σαφέστατα αναφέρεται στα άρθρα 120Σ , 87Σ και 93Σ )
  • στ. Ενεργεί για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, με σκοπό τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων όλων των πολιτών και την απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος, αποφεύγοντας συμπεριφορές που μπορεί να προκαλέσουν σύγκρουση και επιβάλλει μόνον τους κατά περίπτωση αναγκαίους και προβλεπόμενους από το νόμο περιορισμούς δικαιωμάτων.
  • 6. δ. Εκτελεί τις διαταγές των ανωτέρων του και ευθύνεται για τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεσή τους. Είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις ή παραλείψεις του και η εκτέλεση προδήλως παράνομων ή αντισυνταγματικών διαταγών δεν τον απαλλάσσει των ευθυνών του.

(Άρθρα 1 § α και § στ και 6 § δ του Π.Δ. 254/2004)

Το ίδιο ακριβώς αναφέρεται και στο Πειθαρχικό Δίκαιο του Αστυνομικού Προσωπικού όπου η έννοια της πειθαρχίας αφορά ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ την υπακοή στο Σύνταγμα και στα Θεμελιώδη Δικαιώματα που ορίζουν στην ουσία και το Υπηρεσιακό Καθήκον τους

  • 2. α) Η πιστή συμμόρφωση των αστυνομικών προς το Σύνταγμα και τους νόμους (που συμφωνούν με το Σύνταγμα όπως σαφέστατα αναφέρεται στα άρθρα 120Σ , 87Σ και 93Σ )
  • 2. 6. Ο αστυνομικός είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις και παραλείψεις του.
  • 4. 1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος με πράξη (ενέργεια ή παράλειψη).
  • 4. 2. Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αστυνομικό από τις διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων (που συμφωνούν με το Σύνταγμα όπως σαφέστατα αναφέρεται στα άρθρα 120Σ , 87Σ και 93Σ ), των κανονισμών του Σώματος, των διαταγών της Υπηρεσίας καθώς και από τη συμπεριφορά, που πρέπει να τηρεί ο αστυνομικός εντός και εκτός υπηρεσίας λόγω της ιδιότητάς του.

(Άρθρα 2 § 2 § § α και § 6 και 4 § 1 και § 2 του Π.Δ. 120/2008)

Τα αστυνομικά όργανα με την άρνησή τους να συλλάβουν το δράστη καταχρώνται την ιδιότητά τους ως όργανα του κράτους και αναστέλλουν προσωρινά τα άρθρα 4, 6, 25, 28, 120 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όποιος παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα Θεμελιώδη Ανθρώπινα Δικαιώματα που αποτελούν τις Θεμελιώδεις Αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η δημοκρατία, καταστεί ανενεργό προσωρινά το δημοκρατικό πολίτευμα και άρα διαπράττει το αδίκημα της ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ.

  • 1. Όποιος επιχειρεί με βία ή απειλή βίας να καταλύσει, να μεταβάλει, να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού, τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών.
  • 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και: (α) όποιος επιχειρεί να τελέσει την πράξη της προηγούμενης παραγράφου με κατάχρηση της ιδιότητάς του ως οργάνου του κράτους ή με σφετερισμό της ιδιότητας αυτής.
  • 3. Θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του πολιτεύματος θεωρούνται στο Κεφάλαιο αυτό: ….. η) η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα.

(Άρθρο 134 – Ποινικός Κώδικας – Εσχάτη προδοσία)

Όταν λοιπόν τα αστυνομικά όργανα εκτελούν τις παράνομες και προδήλως αντισυνταγματικές εντολές που είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα και το υπερισχύον Ενωσιακό Δίκαιο, παραβιάζουν τα Θεμελιώδη Ανθρώπινα Δικαιώματα, το Σύνταγμα και το Ενωσιακό Δίκαιο, λειτουργώντας ως Εγκληματική και Τρομοκρατική Οργάνωση αφού λειτουργούν ομαδικά με δομή, οργάνωση και ιεραρχία, προκαλώντας εγκλήματα και φόβο στον πληθυσμό για κατάλυση του Συντάγματος, της έννομης τάξης και της προστασίας από το νόμο, Καταχρώμενοι την Εξουσία που τους δόθηκε από τον Κυρίαρχο Ελληνικό Λαό.

Τέλος τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν οι δικαστές που δεν στέλνουν εγκυκλίους ή δεν λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να σταματήσουν την εγκληματική αυτή δράση των παραπάνω παρανομούντων αστυνομικών, παρόλο που το θέμα έχει πάρει τρομακτικές διαστάσεις και δε νοείται άγνοια των γεγονότων (336 ΚπολΔ). Η σκανδαλώδης αδράνειά τους αυτή τους καθιστά συνεργούς στο έγκλημα με βάση τον Ποινικό Κώδικα (άρθρα 15, 239, 231, 134, 187, 187α, κλπ) Σας ζητώ ακόμα, κύριοι δικαστές, να προβείτε και σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και ενημέρωση των όποιων διωκτικών αρχών για την παύση της εγκληματικής αυτής συμπεριφοράς τους, διότι διαφορετικά θα βρεθείτε κι εσείς κατηγορούμενοι με τις ίδιες κατηγορίες όπως οι επίορκοι αστυνομικοί με βάση τα προαναφερθέντα άρθρα του Ποινικού Κώδικα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι εγκαλούμενοι αστυνομικοί προσπαθώντας να επιβάλλουν μία προδήλως παράνομη και αντισυνταγματική Κυβερνητική Πολιτική μιας Παράνομης και Κατοχικής Κυβέρνησης, παραβίασαν το σκληρό πυρήνα του Συντάγματος, το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Συμβάσεις και κατέλυσαν κάθε έννοια δικαίου και ανθρωπίνου δικαιώματος με υπερσυνταγματική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, και τα άρθρα για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ενωσιακό Δίκαιο όπως αναλυτικά περιεγράφηκε παραπάνω.

  • Επειδή Τα αστυνομικά όργανα όπως και οι δικαστές, λόγω της ιδιότητάς τους, οφείλουν να είναι γνώστες των διατάξεων, του συντάγματος, των συμβάσεων και του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου και άρα να καταγγείλουν και να μην εφαρμόσουν τις παράνομς και αντισυνταγματικές εντολές παραβιάζοντας το Σύνταγμα άρθρο 120 § 2, τον Π.Κ. άρθρο 21, το Π.Δ. 254/2008 άρθρο 2 § γ, δ, στ , άρθρο 3 § θ, και το Νόμο 3528/2007 άρθρο 25 δηλαδή να διαπράττουν Εσχάτη Προδοσία (άρθρο 134 Π.Κ.)
  • Επειδή Οι καταγγελθέντες αστυνομικοί μου αρνήθηκαν την Έννομη Προστασία (άρθρο 134 Π.Κ) και αρνήθηκαν να με ακολουθήσουν στον Εισαγγελέα για υποβολή σχετικήςμήνυσης για το αυτόφωρο κακούργημα της μη σύλληψης των δραστών (άρθρο 275 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).
  • Επειδή Οι αστυνομικοί εκτελούν προσταγή που τους έδωσε, σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, η αρμόδια αρχή η οποία προδήλως αντισυνταγματική και δεν την καταγγέλλουν ως τέτοια παραβιάζουν το Άρθρο 21 Π.Κ. (προσταγή)
  • Επειδή Δεν καταγγέλλουν αυτούς που δίνουν τις αντισυνταγματικές εντολές ξεκινώντας από τους ανωτέρους τους και ταυτόχρονα δεν συλλαμβάνουν τους δράστες αυτοφώρων εγκλημάτων παραβιάζοντας το Άρθρο 231 Π.Κ. (υπόθαλψη εγκληματία)
  • Επειδή Ενώ γνώριζαν εκ των προτέρων για το τι θα συνέβαινε αφού πρόκειται για τόσο πασίγνωστα γεγονότα που έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 ΚπολΔ) όπως και ότι οι δράστες των αυτοφώρων εγκλημάτων θα συνέχιζαν την εγκληματική τους δραστηριότητα παραβίασαν το Άρθρο 232 Π.Κ. (παρασιώπηση εγκλημάτων)
  • Επειδή Δεν διώκουν τους δράστες παρ’ όλη την καταγγελία της παρανομίας παραβιάζοντας το Άρθρο 239 Π.Κ. (κατάχρηση εξουσίας).
  • Επειδή Δεν διώκουν όλους τους δράστες αλλά μόνο συγκεκριμένες κατηγορίες παραβιάζοντας το Άρθρο 4 του Συντάγματος (ισότητα των πολιτών), το 12ο Πρωτόκολλο της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπράττοντας Εσχάτη Προδοσία (άρθρο 134 Π.Κ.).
  • Επειδή Δεν μου παρέχουν την προστασία του νόμου ως Θεμελιώδες Ανθρώπινο Δικαίωμα που το Σύνταγμα και το Ενωσιακό Δίκαιο εγγυώνται παραβιάζοντας το Άρθρο 25 του Συντάγματος (αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου) δηλαδή διαπράττοντας το αδίκημα της Εσχάτης Προδοσίας (άρθρο 134 Π.Κ.).
  • Επειδή Προκαλούν τρόμο και ανησυχία στους πολίτες για την λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της ύπαρξης έννομης τάξης με την παράνομη παράληψη συλλήψεων παραβιάζοντας το Άρθρο 333 Π.Κ. (απειλή)
  • Επειδή Όταν τους ζήτησα τα στοιχεία που συνηγορούν στις ενέργειές τους και τα στοιχεία που νομιμοποιούν τη μη σύλληψη με αγνόησαν επιδεικτικά, παραβιάζουν το Σύνταγμα – άρθρο 5Α (Άρθρο 134 Π.Κ.)
  • Επειδή Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραβατικής συμπεριφοράς τους λειτουργούν οργανωμένα, με ιεραρχία και συγκεκριμένο στόχο, τελώντας σωρεία εγκληματικών πράξεων όπως περιεγράφηκαν παραπάνω, συνιστούν Εγκληματική Οργάνωση (Άρθρο 187 Π.Κ.) που επιχειρεί με βία ή απειλή βίας και με σφετερισμό της ιδιότητάς του ως οργάνου του Κράτους να καταλύσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού (όπως τα Θεμελιώδη Ανθρώπινα Δικαιώματα, το Κράτος Δικαίου, ο σεβασμός στον πολίτη κλπ) (Άρθρο 134 Π.Κ. § α)
  • Επειδή Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραβατικής συμπεριφοράς τους διαπράττουν έγκλημα κατά της δημόσιας τάξης με τέτοιον τρόπο και σε τέτοια έκταση που προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα και προκαλεί σοβαρό φόβο στον πληθυσμό που βλέπει την παντελή απουσία έννομης τάξης και προστασίας από το νόμο και συνεπώς συνιστούν Τρομοκρατική Οργάνωση (Άρθρο 187Α Π.Κ.) που επιχειρεί με βία ή απειλή βίας και με σφετερισμό της ιδιότητάς του ως οργάνου του Κράτους να καταλύσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού (όπως τα Θεμελιώδη Ανθρώπινα Δικαιώματα, το Κράτος Δικαίου, ο σεβασμός στον πολίτη κλπ) (Άρθρο 134 Π.Κ. § α)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και για οποιουσδήποτε άλλους μπορώ να προσθέσω όταν μου ζητηθεί και με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου

Μ Η Ν Υ Ω

τους αναγραφόμενους και τους συνεργούς τους με τη διαδικασία του αυτοφώρου, αφού πρόκειται για αυτόφωρα εγκλήματα/κακουργήματα και κυρίως Κατάλυση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος.

Ζ Η Τ Ω

Την παραδειγματική κατά νόμον δίωξη και τιμωρία των εγκαλουμένων. Επιπλέον δηλώνω ότι παρίσταμαι ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής, οικονομικής και όποιας άλλης βλάβης, την οποία υπέστην από τα πιο πάνω αδικήματα.

________________________, _____ / _____ / 21____

Ο / Η Εγκαλ_________

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.